29 Σεπ 2018

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΤΙΦΛΙΔΑ


ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ #1

Η γνωριμία έγινε νύχτα. Σαν πρώτο ραντεβού ερωτικό, με πρόσωπο και σώμα που ήδη σε έχουν γοητεύσει, και που αυτό έχει κάνει την προσμονή της πρώτης συνάντησης περισσότερο γλυκιά. Ο αέρας γεμίζει μυρωδιές που σαγηνεύουν τις αισθήσεις, διεγείρουν τη φαντασία. Ο ουρανός βάφεται πιο μπλε, τα δέντρα λάμπουν πράσινο, κορδώνονται υπερήφανα αντανακλώντας φως της άνοιξης, όποια κι αν είναι η εποχή. Ανυπομονείς, κάτι μέσα σου καίει, αγωνιάς. Το πρώτο στάδιο του έρωτα.
Σας έχει τύχει ποτέ να νιώσετε νοσταλγία για ένα μέρος που ποτέ δεν έχετε βρεθεί; Θυμάμαι τα λόγια μου... έτσι απαντούσα στις ερωτήσεις των φίλων για την σχεδόν παιδική λαχτάρα μου να βρεθώ στη Γεωργία. Και η απάντησή μου αυτή γεννούσε νέες, περισσότερες απορίες κι ερωτήσεις στις οποίες δε μπορούσα να απαντήσω. Εύλογο· μπορεί άραγε κανείς να δώσει εξήγηση στον έρωτα;

Η γνωριμία έγινε νύχτα. Λίγα φώτα στην αρχή, περισσότερα αργότερα, έσπαγαν το αδιαπέραστο μαύρο που έπεφτε σαν βαριά κουρτίνα πίσω απ' το παράθυρο του αεροπλάνου. Οι όμορφες γυναίκες, οι πραγματικά όμορφες, εκείνες που δεν το κραυγάζουν ούτε το διαλαλούν σαν φθηνή πραμάτεια, σέβονται την ομορφιά τους και δεν την αφήνουν έκθετη στα μάτια σου αμέσως. Την ανακαλύπτεις σιγά σιγά, μόνο έτσι στο επιτρέπουν, να αισθάνεσαι σαν εξερευνητής που κατακτά μια δύσβατη πλαγιά, που φθάνει σε μιαν άπιαστη ως τώρα κορυφή. Λίγα φώτα, μετά περισσότερα και πιο δυνατά. Τα μάτια μου έπαιζαν νευρικά δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να ενώσουν νοητά αυτές τις μικρές κηλίδες φωτός που αντίκριζαν από ψηλά, τρέχοντας με ταχύτητα όπως οι πυγολαμπίδες που παίζουν στις όχθες ενός ποταμού. Να τις κάνουν συνοικίες, γειτονιές, να τις κάνουν δρόμους και μεγάλες λεωφόρους.

Είχα φροντίσει να μάθω αρκετά πριν κιόλας αποφασίσω το ταξίδι, ίσως επειδή εξ αρχής κάτι μέσα μου γνώριζε πως κάποτε θα επιθυμήσω με δύναμη να φθάσω εκεί. Η τραχιά στην εκφορά, μα τόσο γοητευτική στο άκουσμα γλώσσα με το παράξενο αλφάβητο, οι όμορφες μουσικές και τα τραγούδια που αντιλαλούν γνώριμα καί στους Έλληνες πάθη και πόθους, η αίσθηση πως εκεί ίσως να συναντήσεις κάτι που σπανίζει πια στον τόπο σου. Μετά, η μουσική του Γκία Καντσέλι, η ποίηση του Γκαλάκτιον Ταμπίτζε, οι εκκλησιαστικές χορωδίες με τις φωνές να γίνονται ατελείωτο ουράνιο τόξο από προσευχές και συναισθήματα, οι πίνακες του Νίκο Πιροσμάνι και του Λάντο Γκουντιασβίλι να παίζουν με τους χρόνους και τις εποχές. Θυμήθηκα τους δικούς μας μύθους της εκστρατείας των αργοναυτών και της σκληρής τιμωρίας του Προμηθέα. Από τα χρόνια του σχολείου κιόλας, ο Προμηθέας Δεσμώτης ήταν το αγαπημένο μου αρχαίο ελληνικό έργο... παράξενα σοφή που είναι η ζωή! Ερεύνησα και φυλλομέτρησα σελίδες της ιστορίας που η μοίρα και τα γεγονότα έφεραν Έλληνες και Γεωργιανούς κοντά – και ως αρχικά ανυποψίαστος μελετητής, εντυπωσιάστηκα όταν ανακάλυψα πως δεν είναι καθόλου λίγες οι σελίδες αυτές. Τίποτα δε γίνεται τυχαία.

Και στην κορυφή όλων, ο άνθρωπος. Το βλέμμα, τα μάτια που σχεδόν πάντα δεσπόζουν στα αυστηρά πρόσωπα, ανδρικά και γυναικεία. Γενναιοδωρία, φως, μα και απόσταση μαζί με εκφράσεις που θαρρείς υψώνουν τείχη προστασίας και οχύρωσης, ακριβώς σαν τη γη που τα γέννησε. Βουνό και θάλασσα, με το βουνό να κυριαρχεί. Ένα τοπίο μαγευτικό αλλά και δύστροπο που σπάνια μπορείς να προβλέψεις τι εικόνα θα σου προσφέρει στην επόμενη γωνία. Έτσι είναι κι οι άνθρωποι. Πολλές φορές ίσως νομίζεις πως καταλαβαίνεις, όμως δεν είναι τόσο απλό όσο το φαντάζεσαι. Ο καθαρός ουρανός μπορεί σύντομα να γεμίσει σύννεφα και να ξεσπάσει καταιγίδα, μετά απ' την οποία να βγει ξανά ένας ολόλαμπρος ήλιος. Μάθε να ζεις, μάθε να ακούς, μάθε να προσμένεις το απρόσμενο. Έτσι είναι οι άνθρωποι της γης· καμία ονομασία δεν δίνεται τυχαία, πάντα η γλώσσα κρύβει αλήθεια κι ιστορία στα σπλάχνα της. Είναι όπως και τα δάκρυα ακόμα και σε γνωστά πρόσωπα, δε μπορείς πάντα να ξεχωρίσεις αν τρέχουν από χαρά ή από λύπη.

Βγαίνοντας γεμάτος χαρά από την πύλη των αφίξεων στο αεροδρόμιο της Τιφλίδας, με καλωσόρισαν οικεία όμορφα χαμόγελα, άνοιξαν και με υποδέχθηκαν εγκάρδιες ζεστές αγκαλιές. Τα σημερινά κοινωνικά δίκτυα εκμηδενίζουν τις αποστάσεις, φέρνουν τους ανθρώπους στ' αλήθεια πιο κοντά, ανοίγουν ορίζοντες, δίνουν την ευκαιρία για επικοινωνία ουσιαστική, για φιλία και αγάπη πέρα από σύνορα και γεωγραφικούς περιορισμούς. Η πόλη ήταν λες και εκείνο το βράδυ είχε φορέσει τα καλά της – επιτρέψτε στον ευτυχισμένα μαγεμένο ταξιδιώτη μια τέτοια εγωιστική σκέψη. Η δροσερή νυχτερινή ατμόσφαιρα του Απρίλη σε συνδυασμό με τους σχεδόν άδειους δρόμους των μικρών ωρών, άφηναν στα φώτα από τα πολλά μοντέρνα κτήρια, τις πλατείες και τα μνημεία το πεδίο ελεύθερο να στήσουν τους τρελούς χορούς τους μπροστά στα μάτια μου. Σ' όλη σχεδόν τη διαδρομή μέχρι το σπίτι, μας συντρόφευε ο μεγαλοπρεπής ποταμός Μτκβάρι, σκοτεινός και μυστηριώδης εκείνες τις ώρες, να προσφέρει μια παράξενη σιγουριά και να χαράσσει στο βλέμμα πορεία. Ήταν τόσο όμορφος, έστω και έτσι ο ποταμός. Και στο βάθος μπροστά μας, σκοτεινή κι αυτή, κάπως απόμακρη σαν παλιά αριστοκράτισσα που έχει αποσυρθεί λόγω περασμένης ώρας στα ιδιαίτερά της διαμερίσματα, η Μτατσμίντα, το Ιερό Βουνό, έτσι το λένε στα γεωργιανά, με μια μεγάλη φωτισμένη ρόδα στην κορυφή να καμαρώνει πλάι σ' έναν σιδερένιο πύργο με αμέτρητα λαμπιόνια που αναβόσβηναν δαιμονισμένα.


Δεν κράτησε πολύ ώρα αυτή η πρώτη μου βόλτα με το αυτοκίνητο στην ιστορική πρωτεύουσα της Γεωργίας για την οποία επίσης ήδη πολλά είχα διαβάσει και περισσότερα είχα δει, τόσα ώστε να μπορώ να αισθάνομαι κιόλας πως την ξέρω. Η περιοχή του Σαμπουρτάλο ήταν σχετικά κοντά και έτσι γρήγορα φτάσαμε στο σπίτι που θα με φιλοξενούσε. Φιλοξενία... να ένα ακόμα απ' τα πολλά που συνδέει τους λαούς μας, ίσως τώρα που το ξανασκέφτομαι από κάποια απόσταση κάποτε να μας συνέδεε περισσότερο· το μυαλό μου σπάνια καταφέρνει να αντιστέκεται στον πειρασμό των συνειρμών, ο Ξένιος Δίας έχει πολλούς λόγους να είναι σήμερα θυμωμένος με τα παιδιά του.

Η πρώτη εκείνη νύχτα πέρασε ξάγρυπνη, αλλά -καθόλου περίεργα- μαγικά ξεκούραστη. Με την παρέα των γεωργιανών φίλων αφοσιωθήκαμε στη μελέτη ηλεκτρονικών χαρτών, καταστρώνοντας ενθουσιασμένοι σαν μικρά παιδιά που τώρα ανακαλύπτουν τον κόσμο σχέδια και σημειώνοντας μικρές και μεγαλύτερες διαδρομές για τις επόμενες μέρες. Ήταν και για εκείνους, απ' ότι κατάλαβα, μια ωραία ευκαιρία να ξαναδούν ή να γνωρίσουν για πρώτη φορά μέρη και τοπία της χώρας τους που η καθημερινότητα με τους δικούς της δύσκαμπτους κανόνες και ρυθμούς δεν επιτρέπει να σκεφτείς εύκολα να επισκεφτείς. Τα περισσότερα από τα ονόματα τόπων ή μνημείων που άκουγα μού ήταν φυσικά εντελώς ξένα, παρά τα όσα είχα διαβάσει. Μτσχέτα, Τζβάρι, Σιγνάγι, Βάρτζια, Αμπαστουμάνι, Μπορτζόμι, Ατζάρα και χίλια δυο άλλα... μονάχα το Μπατούμι γνώριζα. Ήξερα ότι μπαίνω πλέον σε έναν κόσμο για μένα ολοκαίνουριο, έναν κόσμο για τον οποίον είχα κιόλας ελευθερώσει μια καλή θέση στην καρδιά μου.

Λίγη ώρα αργότερα, σήκωσα τα μάτια και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Μια νέα μέρα είχε αρχίσει να ανατέλλει στην Τιφλίδα, οι δρόμοι άρχισαν να γεμίζουν αυτοκίνητα και μικρά κίτρινα λεωφορεία, η πόλη ξυπνούσε. Κάθε μέρα, για να είναι καλή, πρέπει να την υποδέχεσαι με ένα φωτεινό χαμόγελο και μια ζεστή καλημέρα. Παραμέρισα την κουρτίνα και άνοιξα το παράθυρο.
Ντίλα μσβιντόμπισα!*


* "Ντίλα μσβιντόμπισα" στα γεωργιανά είναι η "καλημέρα".


Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου