14 Δεκ 2014

«ΣΤΟΥ ΜΙΝΩΑ ΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ» ΑΠ' ΤΑ ΧΑΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


Νύχτα σε συνάντησα.
Σαν πρώτο ραντεβού εξ αρχής ερωτικό, μια νύχτα όμορφη που μοσχοβολούσε θάλασσα. Σε ένα ιδρωμένο λιμάνι γεμάτο κόσμο. Ξεχώριζες από μακριά. Θελκτική μάγισσα, αιώνια ερωμένη έτοιμη να ξεμυαλίσεις έναν ακόμα ταξιδευτή. Δικό σου να τον κάνεις κι αυτόν, όπως τόσους και τόσους άλλους.
Πικάντικη η πρώτη γεύση που μου έδωσες, πρώτο δειλό φιλί ιστορίας που ακόμα χορεύει στον ουρανίσκο μου. Κι όταν ύστερα με κοίμισες στην αγκαλιά σου, ο ύπνος ήταν τόσο ελαφρύς, σαν τη δροσερή πνοή σου, που το κορμί μου χάιδευε ως το πρωί. Τα βράδια μείναν δίχως όνειρα όσο ήμουν κοντά σου. Γίναν οι μέρες όνειρα, ζωντανά και χειροπιαστά. Όνειρα αληθινά όταν τα μάτια μου άνοιγα και με περπατούσες σε δρόμους χιλιοδιάβατους, που μου ψιθύρισες όμως μυστικά πως φύλαγες μόνο για μας. Απ' τον Τοπανά και το Καστέλι, ως της Άμμου την Πύλη και την Χαλέπα παρακάτω, παντού ήσουν έρωτας, οπτασία που γέμιζε φωτιά σιγά σιγά τις φλέβες μου.

Πολλοί θέλησαν να σε αποκτήσουν, να σε κατακτήσουν, εσένα, του Μίνωα την ευλογημένη εγγονή. Για να προσφερθούν αυτοί αιχμάλωτοι, να κατακτηθούν οι ίδιοι τελικά από σένα και να αφήσουν σημάδια παντοτινά κι ανεξίτηλα επάνω σου. Όλοι κατέθεσαν στην ομορφιά σου ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Και τα σημάδια αυτά είναι πολλά στο πρόσωπό και το κορμί σου, που υπερήφανα φωνάζουν και προειδοποιούν έζησα και ποθήθηκα.

Σαρακηνοί και Βενετοί, Τούρκοι, Ρωμαίοι κι Έλληνες, θυσία έγιναν γι' αυτή την μοναδική αύρα αρμύρας απ' την καθάρια σου θάλασσα, που απ' το λιμάνι σου φτάνει ως πέρα από τα τείχη. Που ανακατώνεται με το γιασεμί, το δενδρολίβανο και τη γαρδένια που οι δρόμοι σου αναβλύζουν. Μαζί με τον ιδρώτα και το αίμα στα φρούρια και τις τάφρους, όλων όσων σε είχαν και όσων με τόσο πάθος σε διεκδίκησαν.

Από του Κύδωνα τις μέρες, χρόνια χιλιάδες, κόσμος μυριάδες, σε ναούς και εκκλησιές, σε τζαμιά και συναγωγές, πολλοί Θεοί λατρεύτηκαν εδώ, πολλές της πίστης οι γωνιές που θυμιάματα ακόμα μυρίζουν. Θρύλοι και ιστορίες ζωντανεύουν στα στενά σου τα σοκάκια, που με σεβασμό διαβαίνω, και από των πέτρινων σπιτιών τις πόρτες τις παλιές, τα σφαλιστά παντζούρια, θαρρείς προβάλουν στρατιώτες και κουρσάροι, κουρασμένοι άνδρες ηλιοκαμένοι και κυράδες, δούλες κι αρχόντισσες, των παιδιών σου οι μήτρες.

Ό,τι για σένα μου είχαν πει πριν σε γνωρίζω ήταν λίγο, τόσο λίγο, μα τους καταλαβαίνω. Πως να κλειστείς σε λέξεις, πως να χωρέσεις σε εικόνες απλές που μονάχα μεταφέρουν μια στιγμή, όταν εσύ αιώνες κουβαλάς στην ακούραστη ράχη σου.

Νύχτα σε άφησα.
Μια νύχτα στενάχωρη με κρύο κι υγρασία. Σου είπα «φεύγω» κι εσύ χαμογελώντας, σίγουρη πια, έλεγες, «τώρα δεν φεύγεις, δε μπορείς, έτσι απλά εγώ δε λησμονιέμαι. Θα 'ρθεις ξανά για να με βρεις. Το ξέρω, πάλι θα έρθεις».

7 Ιουλίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου